Πολιτικός όρκος, θρησκευτική συνείδηση και το δικαίωμα στη μη αποκάλυψη των πεποιθήσεων

2026-10-02

Πρόσφατα παρευρέθηκα σε δημόσια εκδήλωση, στην οποία άτομα που επέλεξαν να δώσουν πολιτικό όρκο (αντί θρησκευτικού) χαρακτηρίστηκαν δημόσια ως «άθεοι» και ο όρκος τους ως «όρκος αθέων». Το περιστατικό αυτό με προβλημάτισε τόσο νομικά όσο και θεολογικά και ηθικά. 

Σύμφωνα με το Σύνταγμα (άρθρο 13), η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη και κανείς δεν μπορεί να υποχρεωθεί να εκδηλώσει ή να αποδείξει τις πεποιθήσεις του. Διεθνείς κανόνες (ΕΣΔΑ άρθρ.9) προστατεύουν επίσης την ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας.

Νομικό πλαίσιο στην Ελλάδα

Το Σύνταγμα κατοχυρώνει ρητά την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης. Το άρθρο 13 ορίζει ότι «η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη» και «η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός». Επιπλέον, προβλέπεται ότι «κανένας δεν μπορεί, εξαιτίας των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, να απαλλαγεί από τις υποχρεώσεις του προς το κράτος ή να αρνηθεί να συμμορφωθεί προς τους νόμους», και ότι «κανένας όρκος δεν επιβάλλεται χωρίς νόμο, που ορίζει και τον τύπο του». Δηλαδή, ο όρκος επιτρέπεται μόνο εφόσον προβλέπεται από νόμο, και δεν μπορεί να επιβληθεί σε κάποιον λόγω των θρησκευτικών του πεποιθήσεων.

Στο πεδίο των δικαστηρίων, τόσο ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (άρθ.408) όσο και ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας (άρθ.218) ορίζουν ότι ο μάρτυρας ερωτάται αν προτιμά να δώσει θρησκευτικό ή πολιτικό όρκο. Η μορφή του πολιτικού όρκου παρατίθεται ως εξής: «Δηλώνω στην τιμή και στη συνείδησή μου πως θα πω όλη την αλήθεια και μόνο την αλήθεια, χωρίς να προσθέσω ούτε να κρύψω τίποτε». Δηλαδή, αναγνωρίζεται ως νόμιμη η δυνατότητα διαβεβαίωσης με επίκληση μόνο στην προσωπική τιμή και συνείδηση, αντί για θρησκευτική επίκληση. Μάλιστα, οι κληρικοί των γνωστών θρησκειών ορκίζονται «διαβεβαιώνοντας στην ιεροσύνη τους» (ΚΠολΔ 408 παρ.4). Συνεπώς, η ελληνική νομοθεσία αναγνωρίζει τον πολιτικό όρκο ως νόμιμο εναλλακτικό τύπο διαβεβαίωσης

Διεθνής και ευρωπαϊκή διάσταση

Η Ελλάδα είναι συμβαλλόμενο μέρος της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (1953). Το Άρθρο 9 της ΕΣΔΑ κατοχυρώνει ρητά την ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας. Ορίζει ότι «κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας» και ότι το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει «την ελευθερία αλλαγής θρησκείας ή πεποιθήσεων», καθώς και την εκδήλωσή τους «μεμονωμένα ή συλλογικά, δημόσια ή κατ' ιδίαν, μέσω της λατρείας, της διδασκαλίας και της άσκησης των θρησκευτικών καθηκόντων και τελετουργιών». Επιπλέον, προβλέπεται ότι η ελευθερία εκδήλωσης της θρησκείας ή των πεποιθήσεων «δεν επιτρέπεται να αποτελέσει αντικείμενο άλλων περιορισμών πέρα από εκείνους που προβλέπονται από τον νόμο» και αποτελούν αναγκαία μέτρα σε μια δημοκρατική κοινωνία για τη δημόσια ασφάλεια, την τάξη, την υγεία, την ηθική ή την προάσπιση των δικαιωμάτων των άλλων. Δηλαδή, η θρησκευτική ελευθερία και η αλλαγή πεποιθήσεων προστατεύονται, ενώ οποιοσδήποτε περιορισμός στην εκδήλωσή τους επιτρέπεται μόνο εφόσον προβλέπεται ρητά από τον νόμο και είναι κοινωνικά ωφέλημος.

Υπόθεση Buscarini και άλλων κατά του Σαν Μαρίνο

Το 1993, οι Cristoforo Buscarini, Emilio Della Balda και Dario Manzaroli εκλέχθηκαν βουλευτές στο κοινοβούλιο του Σαν Μαρίνο. Σύμφωνα με την τότε  νομοθεσία της χώρας, για να αναλάβουν επισήμως τα καθήκοντά τους, ήταν υποχρεωμένοι να δώσουν όρκο πίστης πάνω στο Ιερό Ευαγγέλιο. Οι βουλευτές αρνήθηκαν να δώσουν θρησκευτικό όρκο, ζητώντας να δώσουν πολιτικό όρκο. Ωστόσο, το κοινοβούλιο τους ξεκαθάρισε ότι αν δεν ορκίζονταν στο Ευαγγέλιο, θα έχαναν τη βουλευτική τους έδρα. Προκειμένου να μην εκπέσουν του αξιώματός τους, οι βουλευτές ορκίστηκαν υπό διαμαρτυρία και στη συνέχεια προσέφυγαν στο ΕΔΔΑ.

Το κεντρικό ερώτημα που κλήθηκε να απαντήσει το Δικαστήριο ήταν αν η υποχρέωση των εκλεγμένων αντιπροσώπων του λαού να δώσουν όρκο σε μια συγκεκριμένη θρησκεία (επί ποινή έκπτωσης) παραβιάζει το Άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), το οποίο προστατεύει την ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας. 

Η κυβέρνηση του Σαν Μαρίνο υποστήριξε ότι ο όρος αυτός αποτελούσε μέρος της εθνικής ιστορίας και των συνταγματικών παραδόσεων της χώρας, οι οποίες είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τον Χριστιανισμό.

Το ΕΔΔΑ έκρινε ομόφωνα ότι υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 9 της ΕΣΔΑ, καταδικάζοντας την χώρα. Τα βασικά σημεία του σκεπτικού του Δικαστηρίου ήταν:

  • Δικαίωμα στη μη-πίστη: Η θρησκευτική ελευθερία δεν προστατεύει μόνο τους πιστούς, αλλά αποτελεί πολύτιμο αγαθό και για τους αθεϊστές, τους αγνωστικιστές ή τους αδιάφορους.
  • Ασυμβατότητα με τη Δημοκρατία: Ο εξαναγκασμός εκλεγμένων αντιπροσώπων του λαού να ορκιστούν πίστη σε μια συγκεκριμένη θρησκεία προκειμένου να εισέλθουν στο κοινοβούλιο είναι ασύμβατος με τον πλουραλισμό και την ανεκτικότητα που πρέπει να χαρακτηρίζουν μια δημοκρατική κοινωνία.
  • Δικαίωμα στη μη αποκάλυψη των πεποιθήσεων: Η επιβολή ενός θρησκευτικού όρκου παραβιάζει την ελευθερία της συνείδησης, καθώς υποχρεώνει de facto το άτομο να αποκαλύψει δημόσια τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις ή την απουσία αυτών 

πολιτικός όρκος = άθεος; 

Το κρίσιμο, επομένως, δεν είναι να αναζητήσουμε πίσω από τον τύπο της διαβεβαίωσης μια συγκεκριμένη θρησκευτική ταυτότητα, αλλά να σεβαστούμε το δικαίωμα κάθε προσώπου να καθορίζει το ίδιο τη σχέση του με τη θρησκεία και τη συνείδησή του. Η επιλογή της πολιτικής διαβεβαίωσης δεν αποτελεί, από μόνη της, δήλωση αθεΐας, όπως ακριβώς και η επιλογή του θρησκευτικού όρκου δεν αποτελεί αυτομάτως απόδειξη βαθιάς ή ειλικρινούς πίστης. Ο εξωτερικός τύπος που επιλέγεται αφορά πρωτίστως τον τρόπο με τον οποίο το πρόσωπο επιθυμεί να αναλάβει τη συγκεκριμένη θεσμική δέσμευση και δεν μας επιτρέπει, χωρίς άλλη δήλωση ή ένδειξη, να γνωρίζουμε το εσωτερικό περιεχόμενο της συνείδησής του.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία όταν το ζήτημα εξετάζεται υπό το πρίσμα της θρησκευτικής ελευθερίας. Η ελευθερία της συνείδησης δεν προστατεύει μόνο την επιλογή μιας συγκεκριμένης θρησκείας ή θρησκευτικής πεποίθησης, αλλά και την επιλογή μιας μη θρησκευτικής πεποίθησης, τη μεταβολή των πεποιθήσεων, καθώς και το δικαίωμα του ανθρώπου να μην αποκαλύπτει σε τρίτους τις πεποιθήσεις του. Η συνείδηση, άλλωστε, δεν αποτελεί στοιχείο που μπορεί να συναχθεί με ασφάλεια από μία και μόνη εξωτερική πράξη.

Γι' αυτό και το ερώτημα «είναι ή δεν είναι άθεος επειδή δεν ορκίστηκε θρησκευτικά;» είναι λογικά εσφαλμένο. Από το γεγονός ότι κάποιος δεν επικαλείται τον Θεό σε μια συγκεκριμένη θεσμική διαδικασία δεν προκύπτει αναγκαία συμπέρασμα για το αν πιστεύει ή δεν πιστεύει στον Θεό. Εκείνο που γνωρίζουμε είναι πολύ πιο περιορισμένο: γνωρίζουμε ότι, στη συγκεκριμένη διαδικασία, επέλεξε τον προβλεπόμενο από τον νόμο μη θρησκευτικό τύπο διαβεβαίωσης.

  • Δεν γνωρίζουμε, από την επιλογή αυτή και μόνο, τι πιστεύει.
  • Δεν γνωρίζουμε αν προσεύχεται ή αν έχει προσωπική σχέση με τον Θεό.
  • Δεν γνωρίζουμε αν πιστεύει στον Χριστό.
  • Δεν γνωρίζουμε σε ποια χριστιανική ή άλλη ομολογία ενδεχομένως ανήκει.
Share