Εκκλησία και Συνοδικότητα

2026-03-21
Η Α´ Οικουμενική Σύνοδος των Αγίων 318 θεοφόρων Πατέρων της Εκκλησίας
Η Α´ Οικουμενική Σύνοδος των Αγίων 318 θεοφόρων Πατέρων της Εκκλησίας

Γενικά

Η Εκκλησία, η οποία προϋπάρχει του χρόνου στη Σοφία και τη Βουλή της Τρισυπόστατης Θεότητας για τη σωτηρία του ανθρώπινου γένους και τελειοποιείται εν χρόνω κατά τη πεντηκοστή, ως σύστημα οργάνωσης γνωρίζει το Συνοδικό και Ιεραρχικό παρά το δημοκρατικό ή αυταρχικό. Αυτό σημαίνει πως τα μέλη της Εκκλησίας, είτε ανήκουν στον ανώτερο ή κατώτερο κλήρο, καθήκον έχουν να υπηρετήσουν το θέλημα του Χριστού και την Εκκλησίας Του, ανάλογα με τα χαρίσματα τους καθενός.

Εκκλησία και Συνοδικότατα είναι αλληλοσυμπληρούμενες έννοιες. Τόσο στην αρχαιοελληνική αρχαιότητα όσο και στην ρωμαϊκή εποχή, ένα από τα πιο σημαντικά συστήματα διοίκησης ήταν η δημοκρατία. Στην Αθηναϊκή δημοκρατία, με τον θεσμό της Εκκλησίας του Δήμου όσο και στην Ρωμαϊκή δημοκρατία και στο Imperium Romanum (Ρωμαϊκή και Βυζαντινή αυτοκρατορία) με τον θεσμό της Συγκλήτου, λειτουργούσαν ως όργανα συμβουλευτικά ή λήψης αποφάσεων με σύναξη και συνάθροιση των πολιτών.

Η Εκκλησία έχει ιεραρχική δομή χαρισμάτων, η οποία εξυπηρετεί την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας και κατά δεύτερον, την εν χριστώ μεταμόρφωση των πιστών. Η κάθε κατά τόπους Εκκλησία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του Σώματος του Χριστού, της μίας Εκκλησίας, και εικόνα της εσχατολογικής κοινωνίας μέσω της Θείας Ευχαριστίας. Συμπερασματικά, η κάθε Εκκλησία δεν δύναται να νοηθεί ως ανεξάρτητη ή μοναδική, αλλά, δια μέσω του συνοδικού θεσμού, επικοινωνεί με τις αδερφές Εκκλησίες. Έτσι, ο Αρχιερέας εκλέγεται συνοδικά, χειροτονείται συνοδικά, συμμετέχει σε σύνοδο, εκπροσωπώντας την Εκκλησία του, και αποτελεί τον συνθετικό κρίκο με την Μία Εκκλησία. 

Γέννηση της Εκκλησιαστικής Συνοδικότητας

Μετά από τη δράση του κηρύγματος του Χριστού όσο και της εν χρόνω εγκαθίδρυσης της Εκκλησίας, προκύπτει το πρόβλημα της διατύπωσης της Θείας αλήθειας. Αναλυτικότερα, λόγω της συνεχούς διερεύνησης του εκκλησιαστικού σώματος από Έλληνες, Ιουδαίους κ.α., οι οποίοι, η χριστιανικής τους «αλήθεια» επηρεάστηκε από τις διάφορες φιλοσοφίες της εποχής ή δήλωναν πίστη στον Μωσαϊκό Νόμο.

Έτσι, ως τρόπος διευθέτησης των προβλημάτων επιλέγεται η Εκκλησιαστική Συνοδικότητα, η οποία αναφέρεται στη συνέλευση των εκκλησιαστικών ιεραρχών, κυρίως επισκόπων, για τη λήψη αποφάσεων σε θέματα πίστεως, πρακτικών ή άλλων ζητημάτων που αφορούν τη θρησκευτική ζωή της χριστιανικής κοινότητας. Η Εκκλησιαστική Συνοδικότητα έχει βαθιές ρίζες στη χριστιανική ιστορία και τις παραδόσεις.

Αποστολική Σύνοδος του 49 μ.Χ.

Το σημαντικότερο γεγονός κατά την Αποστολική περίοδο είναι η σύναξη των Αποστόλων – των πρώτων ηγετών της Εκκλησίας, στην Ιερουσαλήμ. Αποτελεί την πρώτη και σπουδαιότερη Σύνοδο, καθώς ενέκρινε αρχές που επέτρεψαν στην Εκκλησία να επεκταθεί πέρα ​​από τα όρια της εβραϊκής κοινότητας και να γίνει Εκκλησία για όλους τους λαούς.

Αναλυτικότερα, μετά την Πεντηκοστή και την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος, ο Απόστολος Πέτρος κήρυξε Ιησοῦν Χριστὸν καὶ τοῦτον ἐσταυρωμένον, με αποτέλεσμα την ραγδαία αύξηση του πληρώματος της εκκλησίας. Οι ίδιοι οι χριστιανοί δεν ξεχώριζαν από τους Ιουδαίους, προσεύχονταν στον Ναό και τηρούσαν τον Μωσαϊκό Νόμο. Ωστόσο, λόγω των συκοφαντιών εκ μέρους του εβραϊκού ιερατείου, οι χριστιανοί διώκονται από τον Θεό-Αυτοκράτορα της Ρώμης και καταφεύγουν σε ελληνιστικές περιοχές. Έτσι, προέκυψε το ερώτημα αν οι μη Ιουδαίοι πρέπει να υποβληθούν στην περιτομή και να ακολουθήσουν τις διατάξεις του Μωσαϊκού Νόμου.

Αποτελεσματικά, οι Απόστολοι συναντήθηκαν στην Ιερουσαλήμ μαζί με τους πρεσβυτέρους και τους πιστούς. Η απόφαση που πάρθηκε ήταν πως οι χριστιανοί, οι οποίοι προέρχονται από το εθνικό περιβάλλον, να μην τηρούν τον Μωσαϊκό Νόμο, αλλά να αποφεύγουν πρακτικές, όπως πορνεία, την βρώση πνιγμένου ζώου και την πόση αίματος ζώου. Σημαντικές αποφάσεις, ακόμα, λήφθηκαν σε θέματα οργανωτικής δομής. Σε γενικές γραμμές, η Αποστολική Σύνοδος είχε χαρακτηριστικά που θα ακολουθήσουν και οι μεταγενέστερες εκκλησιαστικές σύνοδοι.

Οικουμενικές Σύνοδοι

Το κύριο αίτιο για τη σύγκληση Οικουμενικών Συνόδων είναι η ανάγκη για συναίνεση και ενότητα μεταξύ των κατά τόπων Εκκλησιών σε θεολογικά και δογματικά ζητήματα. Οι Σύνοδοι είχαν ως στόχο να αντιμετωπίσουν διχόνοιες που είχαν προκύψει, να ορίσουν κοινές θεολογικές αρχές και να ενισχύσουν την ενότητα της Χριστιανικής Εκκλησίας.

Η Οικουμενική Σύνοδος αντιμετωπίζεται ως ένα ιερό και ευαίσθητο γεγονός, μιας και λαμβάνει αποφάσεις που επηρεάζουν την πίστη και τον πολιτισμό, με δεσμευτικές αποφάσεις. Η απόφαση για σύγκληση μιας οικουμενικής συνόδου προέρχεται από την πεποίθηση ότι η ενότητα και η αμοιβαία κατανόηση μεταξύ των χριστιανών είναι ζωτικής σημασίας για την ενίσχυση της πίστης και αντιπροσωπεύουν έναν δυναμικό χώρο συνεργασίας, διαλόγου και αλληλοσεβασμού μεταξύ κατά τόπους Εκκλησιών.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία αριθμεί 7 Οικουμενικές Συνόδους ενώ η Δυτική 21 Οικουμενικές Συνόδους.

Αλάθητο Οικουμενικών Συνόδων εξ απόψεως (Ορθοδόξου) Δογματικής

Ήδη από τους Αποστολικούς χρόνους, ως συνέπεια της εξωστρέφειας της Εκκλησίας, εμφανίζονται αιρετικές - Χριστολογικές, Τριαδολογικές, Εκκλησιολογικές και Σωτηριολογικές - απόψεις, οι οποίες διαμορφώθηκαν λόγω των διαφορετικών φιλοσοφικών σχολών. Ως συνέπεια, η Εκκλησία εξαναγκάστηκε να προβεί σε διατύπωση του δόγματος, συνοδικά.

Βασικότερες προϋποθέσεις του αλαθήτου της Εκκλησίας είναι ότι η Εκκλησία αποτελεί σώμα Χριστού, ότι ο Χριστός είναι η κεφαλή και το Άγιο Πνεύμα η ψυχή της Εκκλησίας. Το αλάθητο της Εκκλησίας εκφράζεται από τις Οικουμενικές Συνόδους. Κατά αυτόν τον τρόπο, ανώτατο κριτήριο αξιολόγησης της χριστιανικής διδασκαλίας και αλάθητος ερμηνευτής είναι η Εκκλησία, τα οποία εκφράζονται μέσω της Οικουμενικής Συνόδου. Δηλαδή με την εκπροσώπηση του πληρώματος της Εκκλησίας από τους Αρχιερείς, οι οποίοι δογματίζουν με την επιστασία του Αγίου Πνεύματος. Αυτό σημάνει πως, στις Οικουμενικές Συνόδους, ενεργεί ο ίδιος ο Θεός και ερμηνεύεται αλάθητα, από τους φωτισμένους Επισκόπους, η εν Χριστώ αλήθεια. 

Βιβλιογραφία 

Πρωτογενείς

  • NESTLE-ALAND, Novum Testamentum Graece, Stuttgart 201228.
  • Αγ. ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΕΙΟΡΗΤΟΥ , Πηδάλιον Της Νοητής Νηός Της Μίας Αγίας Καθολικής Και Αποστολικής Των Ορθοδόξων Εκκλησίας,.

Δευτερογενείς

  • ΑΚΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ Π., Κώδικας Ιερών Κανόνων και Εκκλησιαστικής Νομοθεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 20094.
  • ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ Ι., Εκκλησιαστική Ιστορία, Επίκεντρο, τ. 1ος, Θεσσαλονίκη 2006.
  • ΑΡΒΕΛΕΡ Ε., Γιατί το Βυζάντιο, Μεταίχμιο, 20122.
  • ΒΛΑΧΟΣ Ι., (Μητροπολίτης Ναύπακτου), Όσοι Πιστοί: Κείμενα Ορθοδόξου Παράδοσης ή Παραδεδομένης Πίστης, Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου, Ναύπακτος 20022.
  • ΙΔΙΟΥ, Εμπειρική Δογματική της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου, Ναύπακτος 20223.
  • ΓΙΑΓΚΑΖΟΓΛΟΥ Σ., , Μαθήματα Δογματικής Θεολογίας: Ερμηνευτικά σχόλια στο Σύμβολο της Πίστεως, Δόμος, Αθήνα 2021.
  • ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ Χ., Αλφαβητάρι της Πίστης, Ίκαρος, χ.τ., 2016.
  • ΕΥΔΟΚΙΜΟΦ Π., Η Ορθοδοξία, Ρηγόπουλος, χ.τ., 1972.
  • ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ Ι., Το Βυζαντινό Κράτος, Βανιάς, Θεσσαλονίκη 20014.
  • ΜΟΣΧΟΣ Δ., Συνοπτική Ιστορία της Χριστιανικής Εκκλησίας: Η Πρώτη Χιλιετία, τ. 1ος, Ακρίτας, Αθήνα 2010.